ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Στις 11 Μαΐου 1981 ο Τζαμαϊκανός μουσικός Μπομπ Μάρλεϊ έφυγε από τη ζωή ύστερα από μάχη με τον καρκίνο. 

Τέσσερα χρόνια πριν, το 1977 είχε διαγνωστεί με κακόηθες μελάνωμα στο δάκτυλο του δεξιού του ποδιού. Παρά τις πιέσεις τον γιατρών να ακρωτηριάσουν το δάκτυλο ο Ρασταφαριανισμός στον οποίο πίστευε δεν το επέτρεπε.


Γνωστοί γιατροί προσπάθησαν να τον θεραπεύσουν, όμως ήταν αργά. Ο καρκίνος ήταν στο τελευταίο στάδιο και ο Μάρλει πέθανε σε ηλικία 36 ετών. Τα τελευταία του λόγια προς τον γιο του Ζίγκι ήταν: «Τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν ζωή».

Πράγματι, η τεράστια περιουσία και η δόξα που απέκτησε δεν κατάφεραν να τον θεραπεύσουν.

Ο Μπομπ Μάρλει είχε γεννηθεί το 1945 στο χωριό Νάιν Μάιλς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ρόμπερτ Νέστα Μάρλεϊ και μεγάλωσε φτωχικά στο Τρέντσταουν του Κίνγκστον. Ο πατέρας του ήταν ένας 60χρονος Άγγλος στρατιωτικός που όταν είχε επισκεφθεί τη Τζαμάικα ερωτεύτηκε τη μητέρα του, η οποία ήταν μόλις 18 ετών. 


Οι γονείς του χώρισαν λίγο μετά τον γάμο τους, όμως ο πατέρας του συνέχισε να τους βοηθάει οικονομικά μέχρι τον θάνατο του, το 1955. Από μικρός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και ξεκίνησε να εργάζεται για να επιβιώσει. Δούλεψε ως βοηθός οξυγονοκολλητή και αργότερα ως χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος σε εργοστάσιο.

Παράλληλα, στον ελεύθερο του χρόνο έπαιζε μουσική με τους φίλους του και δημιούργησε ένα συγκρότημα μαζί με τον Λίβινγκστον και τον Μάκιντος, αρχικά με το όνομα The Teenagers που μετονομάστηκαν στη συνέχεια σε The Wailers.


Στα 23 του χρόνια έγινε μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι, οι οπαδοί του οποίου έχουν το χαρακτηριστικό χτένισμα με τα μακριά μαλλιά και τα ράστα, με το οποίο έγινε διάσημος ο Μάρλει.

Το πρώτο τους άλμπουμ ονομάστηκε  Catch A Fire και ακολούθησαν τραγούδια όπως τα Get Up, Stand Up και το I shot the Sheriff που τους έκαναν γνωστούς. Όταν το συγκρότημα διαλύθηκε, το 1972 η καριέρα του Μπομπ Μάρλει εκτοξεύθηκε. Το 1975 κυκλοφόρησε το τραγούδι No Woman, No Cry και ένα χρόνο αργότερα το Rastaman Vibration το οποίο σημείωσε τεράστια επιτυχία στις ΗΠΑ. Ωστόσο, απέκτησε ακόμη μεγαλύτερο κοινό όταν ο Έρικ Κλάπτον τραγούδησε το «I shot the sheriff», το οποίο κατέκτησε το νούμερο 1 στα charts στην Αμερική.

Στην Τζαμάικα ήταν εξαιρετικά δημοφιλής και τον θεωρούσαν προστάτη των φτωχών. Το ρεύμα Ρασταφάρι είχε βρει απήχηση στους Τζαμαικανούς και ο Μπομπ Μάρλει τραγουδούσε στίχους κατά της αδικίας και των διακρίσεων.

Αυτός ήταν ο λόγος που το 1976, μια επτά μέλη παρακρατικής ομάδας αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν ενώ έκανε πρόβα με τους μουσικούς του. Από τον καταιγισμό των πυρών τραυματίστηκε ο μάνατζερ της μπάντας, Don Taylor, ο οποίος δέχθηκε πέντε σφαίρες.


Δύο μέρες μετά, η μπάντα έπαιξε κανονικά στο Κίνγκστον και ο Μπομπ Μάρλει ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου ηχογράφησε μερικά από τα καλύτερα κομμάτια του.

Τα πραγματικά κίνητρα των δραστών δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ, ενώ έντονες ήταν οι φήμες που ανέφεραν ότι υπήρχε ανάμειξη από τη CIA και το Εργατικό Κόμμα της Τζαμάικας.

Ο Μπομπ Μάρλει απέκτησε 12 παιδιά από 8 διαφορετικές γυναίκες.