ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Αν δεν έχεις με ποιον να μοιραστείς τη χαρά, δεν έχει τελειώσει η διαδρομή σου. ...

Sunday, February 3, 2019
Αντάμωσε την χαρά ξανά, ένα γκρίζο φθινοπωρινό απόγευμα. Ένα παλιό ταξί τη μετέφερε από το κέντρο της πόλης στη δυτική συνοικία που έμενε. Μετά από ένα εξαντλητικό οκτάωρο στη δουλειά κι ένα καφέ στα όρθια με τη φίλη της, τη Ρούλα, η Δήμητρα επέστρεφε σπίτι της.

Ένιωθε πολύ κουρασμένη. Ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Κόντεψε να αποκοιμηθεί κάμποσες φορές μέσα στο ταξί όμως η ακατάσχετη φλυαρία του ταξιτζή την απέτρεψε.

Προσπάθησε αρκετές φορές να της πιάσει κουβέντα χωρίς ιδιαίτερο λόγο, έτσι για να γεμίσει την «αδειανή» του βάρδια. Εκείνη, απαντούσε μονολεκτικά, κουνώντας το κεφάλι της πάνω κάτω σαν να συμφωνούσε μαζί του χωρίς όμως να έχει ακούσει ούτε μια λέξη από όσα έλεγε.


Αφού κατάλαβε ότι η Δήμητρα δεν είχε σκοπό να συμμετέχει στην πολυλογία του, άνοιξε το παμπάλαιο ραδιόφωνο. Γυρνούσε το κουμπί πότε δεξιά, πότε αριστερά για να αναζητήσει σταθμό χωρίς παράσιτα. 

Ως δια μαγείας, ακούστηκε ολοκάθαρα η φωνή του Black να τραγουδά «wonderful life». Η Δήμητρα σαν να ζωντάνεψε απότομα.

«Μια χάρη μόνο αν θέλετε», είπε στον ταξιτζή

«Πείτε μου» της είπε και την κοίταξε για δευτερόλεπτα

«Μπορείτε να βάλετε τον προηγούμενο σταθμό να ακούσω το τραγούδι που έπαιζε;»

«Ποιον, αυτόν;» της είπε και η μελωδία γέμισε το ταξί.

«Ευχαριστώ», αποκρύθηκε εκείνη κι ένα κύμα χαράς την τύλιξε σαν ζεστή κουβέρτα. Έκλεισε τα μάτια της στιγμιαία. Άφησε τη μουσική να την παρασύρει και να την μεταφέρει λίγους μήνες πριν.

Ήταν ένα Κυριακάτικο πρωινό. Καθισμένη στην αναπαυτική της μπερζέρα, χάζευε τον τρελό χορό που είχαν στήσει οι φλόγες με τα ξύλα. Έπινε αργά κι απολαυστικά το ζεστό της καφέ. 

Άκουγε κάποιο γνωστό σταθμό της πόλης και η ψυχή της ήταν γεμάτη τόσο από τους μελωδικούς ήχους όσο από ζεστασιά και χαλάρωση. 

Ξάφνου ήχησε στ’αυτιά της η ζεστή φωνή του Black να τραγουδά με το δικό του ξεχωριστό τρόπο το γνωστό «the wonderful life».

There is magic everywhere, σιγοτραγουδούσε κι ένα κύμα ευεξίας ξεχείλισε από μέσα της. «Ναι» παραδέχτηκε, «η ζωή σε μεθάει σαν κρασί κι είναι γλυκιά κι εγώ ξέρω το μυστικό!»

Η εναρμόνιση με τον ανώτερο εαυτό σου, η χαρά, η ψυχική γαλήνη, η ευφορία που δίνεις εσύ στον εαυτό σου και δεν περιμένεις να στην δώσουν οι άλλοι.. το είχε ζήσει αυτό το συναίσθημα κάμποσες φορές στο παρελθόν κι ένιωθε ανέλπιστη ευδαιμονία.

Σηκώθηκε από την μπερζέρα κι άρχισε αν στροβιλίζεται γύρω από τον εαυτό της τραγουδώντας και χορεύοντας. Έφθασε μέχρι τον παλιό ξύλινο καθρέφτη κι αντίκρυσε κάτι μοναδικό!

Ένα χρυσό, λαμπερό φως την πλαισίωνε.

Κοίταξε ξανά και ξανά σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε.

Μια ομορφιά και μια γαλήνη είχε ξεχυθεί στο πρόσωπό της. Ήθελε να μοιραστεί αυτό που έβλεπε με όλο τον κόσμο. Έκανε να πάρει το τηλέφωνο να πάρει τις φίλες της. Η Ρένα δεν ήταν διαθέσιμη. «Η καλή μου η Ρένα, μπλεγμένη με παλιές πληγές που δεν έλεγε να γιατρέψει, πού να με καταλάβει;»

Σκέφτηκε την Χρύσα, τη νέα της συνάδελφο. Αυτή όμως ήταν μέσα στην μιζέρια και την κλάψα.

Αφού αναλογίστηκε μια – μια τις φίλες και τους φίλους της, γνωστούς και άλλους δεν βρήκε κανέναν να μοιραστεί τη χαρά της αυτή.

«Δεν πειράζει, το κρατάω για μένα προσωρινά. Κάποιος θα βρεθεί μελλοντικά» μονολόγησε.

«Εξάλλου η ζωή μου χρωστάει κι άλλες, πολλές χαρές και τις περιμένω γιατί τις αξίζω όχι μόνο εγώ αλλά κι οι άλλοι»

Ο ταξιτζής την έβγαλε από τη σκέψη της ρωτώντας της προς τα πού να πάνε.

«Πάμε σ’ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό. Σε ένα ταξίδι του πνευματικού νου και της ψυχής που λίγοι δυστυχώς έχουν γνωρίσει» σκέφτηκε μέσα της.

Η φωνή της είπε απλά, «στρίψτε δεξιά κι αφήστε με στην επόμενη γωνία»

Η δική της διαδρομή δεν είχε αποβίβαση. Μόνο προορισμό. Την εξέλιξή της.

Γράφει η Παναγιώτα Μαλισόβα

loveletters.gr

No comments:

Post a Comment

Note: Only a member of this blog may post a comment.