ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Τι κοστίζει ένα εισιτήριο για την ευτυχία;

Saturday, September 8, 2018
Παρατηρώ με πόση ευκολία μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον χαρακτηρισμό «ευτυχισμένος». Οι περισσότεροι έχουν πέσει θύματα της ερώτησης «Είσαι ευτυχισμένος;» και έχουν κληθεί να απαντήσουν ψευδώς ότι είναι καλά και ότι δεν τους λείπει τίποτα.

Έτσι, αντέστρεψα λίγο τους ρόλους και μπήκα στην θέση του περίεργου. Άκουσα και ναι και όχι. Κι έτσι θεώρησα ότι ίσως ήταν απαραίτητη μια σειρά περισσοτέρων ερωτήσεων, μπας και λύσω αυτό το αιώνιο ερώτημα.


Στα πλαίσια μιας κανονικής συζήτησης, διαπίστωσα ότι αρκετοί κόμπιαζαν να μου στηρίξουν εκείνη την θετικότητα που εξωτερίκευσαν με τέτοιο ενθουσιασμό. Ξαφνικά διαπίστωσαν ότι κάτι τους έλειπε. Αποπειράθηκα, λοιπόν, να περιγράψω μία προσωπική οπτική σχετικά με την ευτυχία:

Αναμένοντας ώρα στην στάση, ένας νεαρός θέλησε να κοιτάξει το πρόγραμμα των δρομολογίων, για να μάθει σε πόσες στάσεις θα έφτανε στο τέρμα, στον τελικό του προορισμό, όμως το χαρτί ήταν φθαρμένο. 

Γεμάτος απορία ρωτούσε ανθρώπους να του λύσουν εκείνο το ερωτηματικό, όμως όλοι τον απέρριπταν αυτομάτως όντας απορροφημένοι σε συσκευές-παράσιτα της επαφής με αλλήλους. Είχε πάρει την απόφαση να ταλαιπωρηθεί, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του.

Μέσα στο λεωφορείο επικρατούσε σιωπή διακοπτόμενη από τους οικείους εκείνους ήχους-ένδειξη της κοινωνικής αποξένωσης. 

Ο νεαρός κοιτούσε νευρικός τις σκιές που στέκονταν άσκοπα δίπλα του, έχοντας καταληφθεί από την επιθυμία για έναν ιδανικό συνοδοιπόρο που θα του απάλυνε κάθε είδους άσχημο συναίσθημα στο ταξίδι του. Πολλές είχαν χαθεί σε ένα γνώριμο βλεφαρίδιασμα της πόρτας. Άλλες ξεθώριαζαν, καθώς σκοτείνιαζε προϊδεάζοντας αρνητικά το νεαρό για την αποβίβαση του στο τέρμα.

Όντας πλέον ικανός να φτάσει στην θέση του οδηγού τόλμησε να τον πλησιάσει για να τον ρωτήσει για τον εναπομείναντα χρόνο μέχρι την τελική στάση, όμως η φιγούρα εκείνου του σκουρόχρωμου άνδρα συνοδευόμενη με την κατάμαυρη ατμόσφαιρα φάνταζε τουλάχιστον τρομακτική και τον απωθούσε.

Παρασυρόμενος από την επιφανειακή αυτή του κρίση,ο νεαρός παρέμεινε απόμακρος και έστρεψε το βλέμμα του στο βάθος του οχήματος. 

Έκπληκτος διαπίστωσε την παρουσία δύο «νυχιασμένων» μορφών, που με μια πρώτη ματιά φαίνονταν ασθενείς. Ενέτειναν την εσωτερική διένεξη του φόβου με της θέλησης για την πραγμάτωση του στόχου, με τον πρώτο να παίρνει σαφέστατο προβάδισμα. Παράλληλα, η εμφάνιση εκείνων πρόδωσε την προέλευση ενός αδιάλειπτου ψίθυρου που αποτελούσε φαγούρα στα αφτιά του εδώ και ώρα. 

Ο ένας εκ των δύο ταλαίπωρων ήταν ένας γεράκος, με μία βρώμικη αμφίεση, που παραμιλούσε συνεχώς επαναλαμβάνοντας την φράση «βρες το φως στο σκοτάδι», διαβάζοντας μία συγκεκριμένη σελίδα μιας σκισμένης εφημερίδας σε ολόκληρη την διαδρομή, ενώ ο άλλος κοιτούσε αφηρημένος το μαύρο φόντο που είχε καλύψει το λεωφορείο.

Φοβισμένος ο νεαρός και έχοντας απαλλαχθεί από τον ενθουσιασμό για την εκπλήρωση ενός δικού του ονείρου βαδίζει προς την πόρτα. 

Έχοντας καταληφθεί από ρίγος και έχοντας καταλήξει στην τελική του απόφαση, σφίγγει το κάγκελο ελπίζοντας να ακούσει τον ήχο της απελευθέρωσης και της ανάδειξης της μοναδικής κατ΄εκείνον διεξόδου διαφυγής, αλλά που να ΄ξερε… Ο ήχος δεν ακούστηκε, καθώς ο φαινομενικά εξασθενημένος τύπος κρατούσε σφιχτά το χέρι του νεαρού προσπαθώντας να τον μεταπείσει για την ενέργεια, στην οποία επρόκειτο να προβεί. 

Τότε εκείνος, αν και τρομαγμένος, θέλησε να αφουγκραστεί εκείνον τον ταλαίπωρο και να αποκρυπτογραφήσει τα λόγια του, όμως δεν μπορούσε να ακούσει, σα να είχε πατηθεί το mute. 

Κι έτσι, με την ραγδαία δραπέτευση του νεαρού από την ψευδαισθητική φυλακή, ο τυπάκος έκανε αναστροφή και γύρισε ανέκφραστος στην θέση του, ενώ ο απόμακρος γέρος συνέχισε να διαβάζει, σιωπηλός πλέον, την επόμενη σελίδα κουνώντας περιφρονητικά το κεφάλι του.

Η γνώμη μου στηρίζεται σε μια συνολική εκμαίευση του πορίσματος: ότι η ευτυχία δεν είναι μια κατάσταση στην οποία φτάνει ευκολά ο άνθρωπος. Κατ΄ εμέ, ευτυχία δεν είναι ο κάθε σταθμός που κατεβαίνει κανείς στο ταξίδι του προς το τέρμα. 

Σταθμοί που τους προσέφεραν ψευδαισθήσεις με συμπτώματα ευτυχίας και ως δέσμιοι τις δέχτηκαν απλόχερα, χωρίς να εκτιμήσουν σωστά σε τι εύρος τους κάλυπταν. 

Είναι εκείνη η ανάγκη της στιγμής που μας εμποδίζει από το να φτάσουμε στο τέρμα, που ταυτίζεται με το άγνωστο που συνοδεύεται με ρίσκο. Ρίσκο που δυστυχώς δεν αποδεσμεύεται από «μικρά» ρινίσματα φόβου, ικανά να εκτροχιάσουν το υποκείμενο από τον στόχο.

Στα πλαίσια του ταξιδιού, οι περισσότεροι προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτό καθ΄αυτό, αδιαφορώντας για την εύρεση εκείνου του ιδανικού συνοδοιπόρου που θα «χαρίσει» μία γλυκανάλατη υπόσταση, σαφέστατα διαφορετική από εκείνη του μοναχικού τυπάκου που θα επιμείνει να ψάξει «το φως στο σκοτάδι». 

Η διχοτόμηση του φόβου και η διαίρεση τέτοιων συναισθημάτων που παρακινούν στην διαφυγή, θα απαλύνουν την συσσώρευση, η οποία σταδιακά θα επισκιάζεται από εκείνον τον ενθουσιασμό που μοιράζονται οι  δυο «ξένοι».

Θοδωρής Σωτηρόπουλος