ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Ο δρόμος σου είσαι εσύ

Friday, September 7, 2018
Ψάχνεις για ένα τραγούδι να ακούσεις και τότε ξέρεις ότι είναι νύχτα. Ακούς την σιωπή να σου λέει σώπα και ο ψίθυρος της μουσικής σε νανουρίζει. Κλείνεις τα μάτια και δε σε νοιάζει πια το αύριο, αλλά για λίγο όλα αρχίζουν ξανά.

Κάπου πεταμένη η μουσική που ποτέ δεν μπόρεσες να μάθεις. Σπασμένο το μέλλον σε κομματάκια πάνω στο είδωλο της κιθάρας σου που στέκετε για να σου θυμίσει ποιος ήσουν και ποιος θα γίνεις. Αχνίζει η ανάσα της στο τζάμι της διαφήμισης, στη στάση που κάθεσαι περιμένοντας το αστικό να σε πάρει μακριά.


Δε θες, αλλά είναι κάτι σαν μοίρα, αφού δεν κατάφερες απόψε να είσαι ο εαυτός σου, και το “απόψε” γνωρίζεις πολύ καλά ότι είναι όλη η ζωή σου.

Διαφήμιση τσιγάρου το όνειρο που σου έρχεται στο μυαλό, παρείσακτο και ενίοτε αυτονόητο, διαφημίζεται σε κάθε στάση που άφησες πίσω αλλά και σε όσες θα ακολουθήσουν. 

Η αρχή σου και το τέλος μαζί. Ώστε κατάφερες να βγάλεις το “Ο δρόμος σου είσαι εσύ” στη κιθάρα ε; Ωραία, χαίρομε γι’ αυτό.

Και ενίοτε τα αστικά έρχονται να σε πάρουν για να βρεις τον τελικό σου προορισμό. Χάνεις τον χρόνο σου να στέκεσαι, να πιάνεσαι από τις χειρολαβές.Ψαχουλεύεις τα πρόσωπα που δε γνωρίζεις για να ακούσεις από αυτά μια αλήθεια, ή ένα ψέμα. Κοιτάς το τοπίο να σε προσπερνάει και να σε ραπίζει η εικόνα που ξετυλίγεται στο μάγουλο με το γνωστό τέμπο που η σκέψη σου ορίζει. Αν δεις για λίγο απ’ έξω ίσως να θυμηθείς ότι κάποτε περπάτησες εδώ. Κάτι όμως σε ξέχασε. 

Δεν υπάρχει διάρκεια. Κάποια από απέναντι σου χαμογελάει. Σε κάποια μοιάζει, ή σε κάτι που τελείωσε νωρίς.

Έρχεται κοντά σα να σε γνωρίζει και σου μιλάει. Δεν ξέρεις τι μπορεί να θέλει. 

Μπορεί να είναι η αράχνη που στη γωνιά μας υφαίνει για μας ένα δάκρυ. Ρωτάει αν περάσαμε την έξοδο για τον περιφερειακό. Εγω τις λέω, όχι. Έχω το τελευταίο βιβλίο της Μάρως Δούκα. Το έχω και εγώ. Τέλειωσε το τότε.

Χαμογελάει και μου ζητάει να κατέβουμε στην επόμενη στάση μιας και εκεί έχει το αυτοκίνητό της. Θα κάνουμε παρέα. Αυτό δε θες; μου λέει. Ήταν να φύγουμε μαζί όμως πηγαίνω μόνος και γι’ αυτό δεν αντέχω αναστολές. 

Είναι μικρό και ασημί για να αντικατοπτρίζει την φύση σαν θολό τοπίο. Έτσι δεν περνά άλλωστε από μπροστά μας; Που μπορεί να σε πάει το χτες όταν δεν ελπίζεις πια για το αύριο;

Είναι η πίστη ένα καταφύγιο λένε. Την έχεις αντικαταστήσει με κάτι άλλο της λέω τι στιγμή που κοιτάζω κρεμασμένο ένα εκκρεμές στον καθρέφτη που καταλήγει σε μια ταμπελίτσα με πλάγια γραφή την λέξη CRONOS και την εικόνα του πλανήτη Κρόνου με τον γνωστό δακτύλιο στη μέση. Ό,τι πιστεύεις είναι εδώ, γύρω σου, όλα είναι εδώ και όλα επιλογές σου, μου λέει. 

Ξεκινήσαμε να φύγουμε μακριά σε κάτι νέο ή σε κάτι παρελθοντικό. Όσο πιο πίσω πας, τόσο προοδεύεις προς το τέλος.

Το ανοιχτό παράθυρο επιτρέπει στο αεράκι να μου δροσίσει το μέτωπο αλλά μου δίνει και την επιλογή να αποδράσω από τον εφιάλτη μου. 

Που πάμε, ρωτάω. Κάπου μακριά μου αποκρίνεται. Κανένας ρομαντισμός, κανένα τρέμουλο στη φωνή. Ο κόσμος έξω αλλάζει γρήγορα. Ξαφνικά αποχρωματίζεται και όλα καταλήγουν να μοιάζουν ασπρόμαυρα. 

Τα χρώματα δεν υπάρχουν, η ιδέα – η δική μας παρουσία στα πράγματα – τα διαμορφώνει και αφού προχωρώ σε ένα κόσμο αποχρωματισμένο σημαίνει ότι η συμμετοχή μου σε όσα αγάπησα και σε όσα ήρθα κοντά παύει πλέον να ισχύει. 

Αρχίζω να νιώθω μόνος και ζητώ από την άγνωστη κοπέλα να γυρίσουμε πίσω. Δεν υπάρχει πια επιστροφή μου λέει. Πίσω αφήσαμε το μέλλον. Μια επιλογή και τα χαραμίσαμε όλα.

Κοιτώ ξανά την ταμπελίτσα στον καθρέφτη και όλα αποκαλύπτονται στα μάτια μου. Ο δακτύλιος του Κρόνου αρχίζει πια να με πνίγει και αρχίζω να έχω δύσπνοια. 

Ποτέ δε φαντάστηκα ότι ο χρόνος μπορεί να είναι γένους θηλυκού και να με χειραγωγήσει. Η διάρκεια είναι γένους θηλυκού, μου λέει. Μην υποτιμάς την θηλυκή φύση.

Με πιάνει κρίση πανικού και αρχίζω να έχω ταχυπαλμία. Θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να βγω έξω από τον εφιάλτη μου. 

Γνωρίζω ότι όλα αυτά είναι όνειρο άλλα πνίγομαι στο κρεβάτι μου ξεχασμένος στον πιο αγαπημένο βυθό που μου χαρίζει ένα γλυκό τέλος.

Του Θανάση Αργυρόπουλου 

Πηγή: erwtokritos.blogspot.gr