ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Εγώ, εσύ, η μηχανή και όπου μας βγάλει.

Saturday, September 15, 2018
Εκείνο το βράδυ δεν θα μπορούσε να κλείσει πιο γλυκά και πιο συναρπαστικά για εμάς τους δύο. Σε είδα από το τζάμι του μαγαζιού που βρισκόμουνα. 

Περνούσες από έξω και κοιτούσες μέσα. Σχημάτισα μια καρδούλα με την ανάσα μου και σου χαμογέλασα. Πολύ αυθόρμητα, δεν το σκέφτηκα καθόλου! 


Κοντοστάθηκες και με κοιτούσες με το βλέμμα να λέει ‘’ποια είναι η τρελή που κάνει χαζά;’’. Ρώτησα το όνομα σου και το είπες με τα χείλη σου. 

Δεν είχαμε ηχητική επαφή, μας χώριζε ένα τζαμι και ένα μέτρο. Μέσα εγώ, έξω εσύ.

Μου έκανες νόημα να πάμε βόλτα με τη μηχανή σου. Δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ότι τα παρκαρισμένα μηχανάκια υπήρχε περίπτωση να ανήκουν σε εσένα και στην παρέα σου. 

Πάντα με γοήτευαν, χωρίς να το παραδεχτώ ποτέ. Πάντα προσποιούμουν ότι εκνευριζόμουνα με τον ήχο που κάνουν. 

Μάλλον για τέτοια με πέρασες, δεν φαινόμουν τόσο τρελή έτσι ώστε να δεχτώ την πρόταση σου. 

Το είπα στους φίλους μου και αμέσως βγήκα έξω πριν ακούσω την άρνηση τους!

Ρωτούσα και ξαναρωτούσα αν όντως θα πηγαίναμε βόλτα με τη μηχανή. Και στην επαναλαμβανόμενη ερώτηση μου η ίδια καταφατική απάντηση! 

Όσο συζητούσαμε είχαμε περικυκλωθεί από τις παρέες μας. Με έστειλες να πάρω το μπουφάν μου γιατί θα κρύωνα. 

Επιστρέφοντας, πλησίασα, μου φόρεσες το κράνος και ανέβηκα χωρίς κανένα δισταγμό στη μηχανή σου.

Εγώ, εσύ, η μηχανή και όπου μας βγάλει.Θα ήταν καλή ατάκα να την πω αλλά δεν τη σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή!

Άγνοια κινδύνου δεν είχα. Ήξερα τι έκανα. Και ήμουν νηφάλια. Απλά ήθελα να το ζήσω. 

Μια ακόμα εμπειρία, ακόμα κάτι να έχω να διηγούμε τα επόμενα χρόνια στις παρέες. 

Με έναν άγνωστο, σε μια μηχανή τα ξημερώματα. Ακόμα μια τρελή παρόρμηση σε τούτη την πόλη.

Αφήνοντας τις παρέες μας βγήκαμε από το στενό, έτοιμοι για μια βόλτα που θα μείνει αξέχαστη και στους δυο μας. 

Διανύσαμε τον κεντρικό δρόμο και μετά κάναμε τον γύρο του τετραγώνου.

Δεν φοβήθηκα. Τι με έπιασε εκείνο το βράδυ δεν θα καταφέρω ποτέ να εξηγήσω. 

Σε κρατούσα από τη μέση και έτσι όπως σε κρατούσα σε συνδυασμό με τον ήρεμο τρόπο που μου μιλούσες, θα μπορούσα να σε ερωτευτώ.

Κάποια στιγμή είπες ‘’Αν αντιδρούσαμε όλοι, τόσο αυθόρμητα όσο εσύ, όλα θα ήταν πιο ωραία.‘’

Μετά το τέλος της βόλτας, μου έβγαλες το κράνος και σε ευχαρίστησα για την όμορφη βόλτα. Την πίστεψα, την κέρδισα, είπες… 

Μπήκα στο μαγαζί ξανά με την παρέα μου και εσύ κάθησες για λίγο ακόμα έξω με την παρέα σου. 

Πριν φύγεις, μου σχημάτισες μια καρδούλα με τα δάκτυλα σου, φόρεσες το κράνος, έκλεισες το μάτι και πάτησες γκάζι!

Και τα κορίτσια κάποια στιγμή επαναστατούν. Η κάθε μια με τον δικό της τρόπο. 

Κάπου ανάμεσα στα 20-25 νιώθεις ότι ο κόσμος σου ανήκει και ότι αν δεν το κάνεις τώρα δεν θα το κάνεις ποτέ.

Και αν δεν το διαβάσει αυτό η μαμά δεν θα το μάθει ποτέ!

Γράφει η Άντρη Φλουρέντζου